διασκεπτικός

διασκεπτικός
η , ό[ν]
1) относящийся к совещанию, конференции; 2) вдумчивый, проницательный;

διασκεπτικός νούς — проницательный ум


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "διασκεπτικός" в других словарях:

  • διασκεπτικός — cautious masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεπτικός — ή, ό (Α διασκεπτικός, ή, όν) 1. ο διασκεπτήριος 2. ο ικανός να διασκέπτεται αρχ. προσεκτικός, επιφυλακτικός …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»